ΙΤΑΛΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ 1494 - 1529ΕΙΣΑΓΩΓΗΤο 1453 η πτώση της Κωνσταντινούπολης στην ανατολική επικράτεια τής άλλοτε κραταιάς και ενιαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δε σηματοδοτούσε μόνο την αρχή μιας νέας εποχής για την Ευρώπη, αλλά και τη μελλοντική σταδιακή αλλαγή νοοτροπίας σε θέματα ισχύος, στρατηγικής αντίληψης, εξοπλισμών και πολεμικής τακτικής, στα πεδία των μαχών για όλους τους Ευρωπαϊκούς στρατούς του 15ου και 16ου αιώνα. Την ίδια χρονική περίοδο, στην μακρινή Δύση, η καταστροφική σύρραξη του ιπποτικού ανθού μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας τερματιζόταν με την οριστική αποχώρηση των εγγλέζικων στρατευμάτων από τις τελευταίες οχυρωματικές τους θέσεις στις ακτές της ηπειρωτικής Γαλλίας, εκτός της περιοχής του Καλαί. Η Γαλλία αναδυόταν ως η νέα δύναμη του δεύτερου μισού του 15ου αιώνα και η επέκταςή της προς τον πλούσιο νότο φάνταζε να είναι φυσικό επακόλουθο της νέας της ακμής. Στην Ιταλία, η βιοτεχνία, το εμπόριο, και οι ανεπτυγμένες τραπεζικές συναλλαγές, είχαν συμβάλλει σε μια τέτοια πλουτοκρατική ανάπτυξη, που σε συνδυασμό με την περίφημη ιταλική αναγέννηση στις τέχνες και τα γράμματα, οι κατακερματισμένες ιταλικές πόλεις στα τέλη του 15ου αιώνα δεν ήταν παρά, ώριμοι καρποί έτοιμοι να γίνουν λεία στα χέρια εκείνου του ηγεμόνα που θα τολμούσε να κόψει το απαγορευμένο “μήλο”. Το νεοσύστατο “εθνικό” γαλλικό κράτος δεν γινόταν να αντισταθεί στην πρόκληση της διαιρεμένης Ιταλίας που δύσκολα μπορούσε να αντιτάξει δύναμη και εφόδια απέναντι του. Στον αντίποδα, στην Ιβηρική, τα βασίλεια της Καστίλης και της Αραγονίας είχαν πλέον εξαλείψει την απειλή των Μαυριτανών και το ενοποιημένο “εθνικό” Βασίλειο της Ισπανίας με τον πλούτο που εισήγαγε από τις μακρινές και εξωτικές αποικίες της Λατινικής Αμερικής συναγωνιζόταν σε πλούτο την Φλάνδρα και τις ιταλικές πόλεις. Παράλληλα, στην δυτική και κεντρική Ευρώπη η δυναστεία των Αψβούργων (Hapsburg) με τα οικογενειακά παρακλάδια της στην Ισπανία, τις Κάτω Χώρες και την Αυστρία θα εμπλεκόταν με τον γαλλικό Οίκο των Ανδεγαυδών (Anjou) σε μια αδυσώπητη διαμάχη για τα πρωτεία στην γηραιά ήπειρο. Στα τέλη του 15ου αιώνα αν και η βασιλική κεντρική εξουσία είχε ενισχυθεί εις βάρος της παλιάς φεουδαρχικής αντίληψης, οι ευρωπαϊκές μοναρχίες εξακολουθούσαν να συγκρούονται στο όνομα της διεκδίκησης εδαφών, της επιβολής προσωπικών συμφερόντων, για θρησκευτικούς λόγους καθώς και για την συμμόρφωση απείθαρχων υποτελών ευγενών που αγνοούσαν την βουλή του επικυρίαρχου τους. ΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣΤο 1453 η Γαλλία με ανανεωμένο στράτευμα και ισχυρή κεντρική διοίκηση φάνταζε ως η ισχυρότερη δύναμη της περιόδου. Όπως οι Οθωμανοί στην ανατολική Ευρώπη, έτσι και ο γαλλικός στρατός στην δύση, βασίστηκε στην διαδεδομένη χρήση του πυροβολικού. Οι ρομαντικές εποχές του ατρόμητου, γενναίου, άφοβου, και ταξικά ανώτερου έφιππου ιππότη πολύ σύντομα θα μνημονεύονταν νοσταλγικά μόνο από τροβαδούρους μέσα στις βασιλικές αυλές. Οι πανοπλίες των ιπποτών δεν μπορούσαν να τους προστατεύσουν από τα πυρά των τηλεβόλων όπλων, όμως στην Γαλλία όπως και στην Γερμανία, ο κατάφρακτος έφιππος ιππότης έχαιρε ακόμα μιας κεκτημένης υψηλής εκτίμησης, κατάλοιπο της εποχής των σταυροφοριών. Την θέση της βαλλιστρίδας και του μακρού τόξου (Long bow) ανέλαβαν σταδιακά νέα όπλα όπως οι μεγάλοι όλμοι (Ribauldequins) και τα πρωτόγονα μυδραλιοβόλα (Mitrailleuses), τα οποία με την σειρά τους αντικαταστάθηκαν από ευκίνητα φορητά πυροβόλα όπλα όπως τα βελτιωμένα μικρότερα κανόνια και τα αρκεβούζια Η άμεση συνέπεια αυτής της στρατιωτικής μετατροπής στα πολεμικά μέσα που χρησιμοποιούσαν οι στρατοί της εποχής, ήταν, πως οι κατώτερες κοινωνικά τάξεις που απάρτιζαν το πεζικό και το πυροβολικό, είχαν πλέον την δυνατότητα να εκμηδενίζουν την πολεμική και κοινωνική ανωτερότητα του έφιππου πολεμιστή καθιστώντας τον ευάλωτο εξ αποστάσεως. Ο γαλλικός στρατός με την επιτυχημένη χρήση του πυροβολικού του μετά από μια σειρά πολιορκιών κυρίευσε τα αγγλικά κάστρα της Νορμανδίας, της Ακουιτανίας, και της Γασκονίας με ιδιαίτερη ευκολία. Οι υπόλοιποι ηγεμόνες της Ευρώπης εντυπωσιασμένοι από την καινοτομία του πυροβόλου εισήγαγαν το νέο όπλο στους στρατούς τους αντιλαμβανόμενοι την ισχύ πυρός της νέας τεχνολογίας. Βελτιώνοντας τα μέσα μεταφοράς των πυροβόλων τους (χρήση άλογων αντί για βόδια) και κατασκευάζοντας ελαφρύτερα πυροβόλα από καλύτερα κράματα μέταλλων οι Γάλλοι βρέθηκαν χρόνια μπροστά από τους υπόλοιπους στρατούς της περιόδου, που φοβούμενοι την τρομακτική δύναμη των Γάλλων σύντομα θα πάσχιζαν να τους ξεπεράσουν. Ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο της εποχής, ήταν ο αυξανόμενος αριθμός μισθοφόρων που εκμεταλλευόμενοι την παρατεταμένη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων της εποχής, λυμαίνονταν την ύπαιθρο και τις αστικές πόλεις όταν δεν συγκρούονταν με εγγλέζικα στρατεύματα. Για τις ηγεσίες της εποχής ήταν σαφές πως ήταν απαραίτητη η δημιουργία μόνιμων σχηματισμών πεζικού και ιππικού που θα διοικούνται από επαγγελματίες στρατιωτικούς, και όχι από περιστασιακούς υποτελείς φεουδαρχικούς στρατιώτες. Το ζητούμενο ήταν να βρεθεί μια νέα μορφή αποζημίωσης των μισθοφορικών στρατευμάτων της εποχής, στα πλαίσια μιας σταθερής μισθολογικής βάσης και όχι στα πλαίσια μιας τακτικής εφήμερων συμβολαίων. Οι βασιλιάδες έπρεπε να βρουν μια φόρμουλα απασχόλησης των στρατιωτών τους και μετά το πέρας των εκάστοτε πολεμικών συγκρούσεων -επιχειρήσεων, ειδάλλως οι στρατιώτες αυτοί είτε θα πλιατσικολογούσαν ανεξέλεγκτοι, είτε μπορούσαν να στραφούν εναντίον των πρώην επικυρίαρχων τους, υπό τις υπηρεσίες ενός αλλού βασιλιά, δούκα, ή ευγενή. Η μετάβαση από την ύπαρξη φεουδαρχικών μισθοφορικών ομάδων, στην δημιουργία μόνιμων στρατιωτικών σχηματισμών, ξεκίνησε πάλι από την Γαλλία όταν ο Κάρολος Ζ’ (Charles VII), από το 1439-1445 ανακοίνωσε διατάγματα (ordonnances) με βάση τα οποία, ένα μεγάλο μέρος των μισθοφορικών ομάδων και συγκεκριμένα τα καλύτερα και πιο αξιόπιστα του στρατού του, εντάχθηκαν στον βασιλικό στρατό μόνιμα. Αυτά αποτέλεσαν το “όπλο” με το οποίο ο Κάρολος Z’ εξουδετέρωσε βίαια όλους τους υπόλοιπους μισθοφορικούς λόχους (Companies) που αγνοούσαν την εξουσία του. Στον νέο στρατό του Γάλλου μονάρχη, οι αξιωματικοί και οι απλοί στρατιώτες διορίζονταν από το στέμμα και δρούσαν σε περιοχές που προκαθορίζονταν από τον ίδιο τον βασιλιά. Αυτή η μεταρρυθμιστική πολιτική του Κάρολου δεν είχε βέβαια άμεσα αποτελέσματα, καθώς επί αιώνες οι μισθοφορικές ομάδες είχαν συνηθίσει να δρουν με διαφορετικό τρόπο, ήταν όμως μια αξιόλογη αρχή. Στο τέλος του εκατονταετούς πολέμου ο νέος γαλλικός στρατός δεν ήταν ακόμα αμιγώς εθνικός. Τα καλύτερα στρατεύματα των Γάλλων βασιλιάδων ήταν οι περίφημοι Ελβετοί σαρισσοφόροι, τραχείς επαγγελματίες Γερμανοί μισθοφόροι, και η Σκοτσέζικη φρουρά του Γάλλου βασιλιά. Όλοι αυτοί άρτια οργανωμένοι σε ένα μη εθνικό στράτευμα που περιείχε όμως για πρώτη φορά τα τρία όπλα (πεζικό, ιππικό, πυροβολικό) συγκροτημένα σε ξεχωριστές μονάδες, να συνδυάζονται με τακτικές κινήσεις στα πεδία των μαχών υπό την εποπτεία μιας κεντρικής και εύρωστης οικονομικά, διοίκησης. Σε αντίθεση με το αξεπέραστο γαλλικό ιππικό που απάρτιζαν οι ευγενείς και οι καλύτεροι πολεμιστές της Γαλλίας, το γαλλικό πεζικό που πολέμησε στους ιταλικούς πολέμους, αποτελείτο από Γασκώνους (Gascons), Πικαρδούς (Picards), και Βρετόνους (Bretons) που συνήθως είχαν δευτερεύοντα ρόλο στις μάχες. Τον κύριο ρόλο κατείχαν οι Ελβετοί μισθοφόροι που ως βαρύ πεζικό σχημάτιζαν πυκνές και ευέλικτες φάλαγγες αποτελούμενες από επιμέρους λόχους σαρισσοφόρων / λογχοφόρων (pikemen) που επωμίζονταν τον δύσκολο ρόλο της αναχαίτισης του εχθρικού ιππικού και πεζικού ενώ μπορούσαν και να προελάσουν εναντίον των αντιπάλων θέσεων. Η φήμη τους ως αξεπέραστων πολεμιστών είχε στηριχθεί στην επιτυχία τους να συντρίψουν τον στρατό του δούκα της Βουργουνδίας στα 1476. Χρησιμοποιώντας αρχικά λογχοπελέκεις και αργότερα δόρατα μήκους ως και δεκαοκτώ ποδιών (περίπου έξι μέτρα) αποτελούσαν μια μοναδική δύναμη αντίστασης και ταυτόχρονα κρούσης έναντι του βαρέως ιππικού. Αν και πολλοί στρατοί της εποχής επιδίωξαν να μιμηθούν την τακτική των Ελβετών σχηματίζοντας σώματα σαρισσοφόρων, μόνο οι Ισπανοί στις αρχές του 16ου αιώνα μπόρεσαν να αντεπεξέλθουν στην Ελβετική πρόκληση. Στην πορεία των πολέμων οι Ελβετοί φάνηκε να μην μπορούν να προσαρμοστούν στην πολιορκία πόλεων ή στην επίθεση κατά οχυρωματικών έργων κάτι που σύντομα θα τους κόστιζε τα πρωτεία στην Ευρώπη. Αντίστοιχοι των Ελβετών ήταν οι Γερμανοί πολεμιστές που αποκαλούνταν “υπηρέτες της χώρας” (landsknechts). Φορώντας πολύχρωμα ρούχα ως σημειολογική αναφορά της υπεροχής τους έναντι των άλλων στρατιωτών (τακτική που θα εφαρμόσουν και οι Γάλλοι Ουσάροι πολλά χρόνια αργότερα στους Ναπολεόντειους πολέμους) αυτοί οι σθεναροί πολεμιστές σημάδεψαν με την δράση τους μια ολόκληρη χρονική περίοδο. Με καταγωγή από τις περιοχές του κάτω Ρήνου και δράση στα καντόνια της Ελβετίας, οι πολεμιστές αυτοί δρούσαν κυρίως στην υπηρεσία του Γερμανού αυτοκράτορα και έτρεφαν ένα θανάσιμο μίσος για τους Ελβετούς. Στο πρόσωπο τέτοιων αντρών οι Ευρωπαίοι ηγεμόνες έβλεπαν μεμονωμένες περιπτώσεις ταπεινών στην καταγωγή πεζών που πολύ αποτελεσματικά αρχικά με την χρήση του δόρατος και αργότερα με την χρήση πυροβόλων όπλων (αρκεβουζια) καθιστούσαν την δύναμη του αντίπαλου ιππικού μηδαμινή. Το πεζικό άρχιζε να δηλώνει την παρουσία του στα πεδίο των μαχών ωθώντας το ιππικό με τον καιρό να χάνει την λάμψη του ως η “βασίλισσα” των μεσαιωνικών συγκρούσεων. Στα τέλη του 15ου αιώνα οι ευκίνητες φάλαγγες των σαρισσοφόρων αποτελούσαν ένα σημαντικό όπλο κρούσης για κάθε Ευρωπαϊκό στρατό. Η μικρότερη μονάδα μάχης του ιππικού ήταν μια λογχοφόρος ομάδα (Lance) αποτελούμενη στον γαλλικό στρατό από έξι άντρες ενώ σε άλλους στρατούς από πέντε. Ένας βαριά οπλισμένος ιππότης - πολεμιστής με βαριά θωράκιση πανοπλίας (Man at arms) που έφερε λόγχη για τις επελάσεις, και σπαθί, ή ρόπαλο για τις συμπλοκές σε στενούς χώρους που δυσκόλευαν τους ελιγμούς συνοδευόταν από πέντε ελαφρότερα οπλισμένους έφιππους συνοδούς. Ουσιαστικά, τέτοιες ομάδες ήταν ανάμνηση της φεουδαρχικής φιγούρας του ιππότη - πολεμιστή που συνοδεύεται από τους ακόλουθούς του. Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους στρατούς των ιταλικών πολέμων, στην Ισπανία, το πεζικό είχε αποκτήσει μια ιδιαίτερη προτεραιότητα έναντι του ιππικού. Υπό την εποπτεία του διάσημου πολέμαρχου Γκονσάλβο της Κόρδοβας (Gonsalvo de Cordoba), ο ισπανικός στρατός βελτίωσε την τακτική του αυξάνοντας παράλληλα το μέγεθός του. Ενώ στα πρώτα χρόνια των ιταλικών πολέμων το Ισπανικό πεζικό ήταν εφοδιασμένο με ξίφη και μικρές ασπίδες, γρήγορα προσαρμόστηκε έναντι των ανίκητων τετράγωνων σχηματισμών των Ελβετών μισθοφόρων του γαλλικού στρατού. Το ισπανικό πεζικό σύντομα εφοδιάστηκε με μεγάλο αριθμό από λόγχες και αρκεβούζια. Μια Ισπανική κολώνα μάχης (column) αποτελείτο από ένα μέτωπο σαρισσοφόρων που στα πλευρά τους προστατεύονταν από μουσκετοφόρους οπλισμένους με αρκεβούζια, ενώ πίσω τους μια δεύτερη σειρά άντρων οπλισμένων με ξίφη και μικρές ασπίδες ήταν έτοιμοι να εφορμήσουν κάτω από τις προτεταμένες λόγχες κατακρεουργώντας τους εχθρούς όταν η επίθεση των αντίπαλων σαρισσοφόρων σταματούσε. Η πρώτη συνάντηση Ισπανών και Ελβετών σαρισσοφόρων έλαβε χώρα στη μάχη της Μπαρλέτα (Barletta) το 1502, όπου οι Ισπανοί θριάμβευσαν των αντιπάλων τους. Μέχρι το 1525 το αρκεβούζιο από βοηθητικό όπλο στις φάλαγγες σαρισσοφόρων, μετατράπηκε σε αποτελεσματικό όπλο άμυνας. Οι Ισπανοί συνδύασαν άψογα την κατασκευή οχυρωματικών έργων με την ταυτόχρονη χρήση του αρκεβούζιου προξενώντας συστηματικά ανεπανόρθωτες απώλειες στις τάξεις του μόνιμα επελαύνοντος γαλλικού στρατού. Τα χρόνια που θα ακολουθούσαν τους Ιταλικούς πολέμους οι μουσκετοφόροι - πυροβολητές θα αποκτούσαν περίοπτη θέση σε σχέση με τους συναδέλφους τους σαρισσοφόρους στα πεδία των μαχών.. Το ισπανικό ιππικό δεν αποτελείτο από μεγάλους αριθμούς ανδρών ενώ το ελαφρύ ιππικό ήταν διαχωρισμένο από τους ιππότες-ευγενείς (men at arms), σε αντίθεση με την τακτική των Γαλλικών και Γερμανικών στρατών. Οι Ισπανοί στρατηγοί της εποχής χρησιμοποιούσαν το ιππικό σαν επικουρικό όπλο στην διάθεση του πεζικού. Σημαντικό ρόλο σε αυτή την προσαρμογή έπαιξε η ιδιομορφία της ισπανικής γης που δεν ευνοούσε αφενός την ανάπτυξη δύσκαμπτων σχηματισμών ιππικού στο ορεινό ισπανικό έδαφος, αφετέρου καθιστούσε προβληματική την εκτροφή μεγάλου αριθμού αλόγων. Συνέπεια όλων αυτών, oι Ισπανοί ευγενείς συχνά πολέμησαν κατά την διάρκεια της επανάκτησης του ισπανικού βασιλείου από τους Μαυριτανούς (reconquista) ενσωματωμένοι σε μονάδες πεζικού. Στην Ιταλία το στρατιωτικό επάγγελμα είχε ανατεθεί για μεγάλη περίοδο σε “εργολάβους του πολέμου” (condottieri) που σαν αληθινοί επιχειρηματίες είχε ο καθένας τη συμμορία του (band) και το δικό του πολεμικό υλικό (εδώ η ουσία της λέξεως συμμορία ίσως και να διαφοροποιείται από την σύγχρονη εκδοχή του νεοελληνικού όρου ίσως πάλι όχι). Οι αρχηγοί τέτοιων ομάδων ήταν κατώτεροι ευγενείς ή γόνοι μιας πλειάδας εύπορων αστικών οικογενειών που στρατολογούσαν τους άντρες τους από τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Οι μισθοφορικοί λόχοι απαρτίζονταν συνήθως από άνδρες έφιππους που τάσσονταν στην υπηρεσία εκείνου του ηγεμόνα που κατέβαλε τη μεγαλύτερη πολεμική ανταμοιβή. Οι επαγγελματίες μισθοφόροι κατά τη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων μάχονταν πάντα στο όνομα του χρήματος ακόμα και όταν μισθώνονταν από τη δική τους πόλη - κράτος. Από το 1500 και μετά οι εργολάβοι είχαν ξεπεραστεί ως θεσμός από τα πεδία των μαχών. Οι αιματηροί Ιταλικοί πόλεμοι και η εκτεταμένη χρήση της πυρίτιδας κατέστησε τις φεουδαρχικού τύπου αντιλήψεις τους περί σύγκρουσης αναχρονιστικές. Μέχρι το 1525 όπου έλαβε χώρα η περιβόητη μάχη της Παβίας (Pavia) όλοι οι Ιταλοί στρατιώτες είτε πεζικάριοι είτε έφιπποι, ήταν οπλισμένοι με αρκεβούζια και μάχονταν σε διάταξη ακροβολισμού. και υπό τις διαταγές Ισπανών αξιωματικών. Ο Βενετσιάνικος στρατός ήταν ο πιο οργανωμένος και ισχυρός στρατός της εποχής του μεταξύ των Ιταλικών πόλεων, ενώ το Ναπολιτάνικο στράτευμα αν και ήταν το μεγαλύτερο σε μέγεθος, είχε ιδιαίτερα χαμηλό ηθικό, φτωχή ηγεσία και ανεπαρκή οργάνωση. Αντίστοιχα ο παπικός στρατός και οι δυνάμεις της Φλωρεντίας ήταν για πολλά χρόνια παραμελημένοι καθώς η συντήρησή τους ήταν αρκετά επίπονη για την οικονομία των μικρών Ιταλικών πόλεων. Οργανωμένοι στα πρότυπα των Βυζαντινών και των Ισλαμικών στρατών της Μέσης Ανατολής οι Ιταλοί διέθεταν μονάδες ελαφριού ιππικού (stradiotti) κατά παραφθορά της ελληνικής λέξης στρατιώτης, η αρχική καταγωγή των οποίων ήταν ελληνική, ενώ στα μετέπειτα χρόνια ήταν κυρίως βαλκανική (Αλβανοί, Βλάχοι, Ρουμάνοι, ή Σλάβοι). Ιππεύοντας ευκίνητα τούρκικα άλογα οι stradiotti είχαν αρχικά ως όπλο τους τη λόγχη, το σπαθί και αργότερα μόνο το ρόπαλο, που τους έκανε να έχουν μεγάλη επιτυχία ενάντια των πιο δυσκίνητων Γάλλων ιπποτών όπως στις συμπλοκές στα περίχωρα της Βερόνα στα 1516. Η τακτική τους ήταν να προκαλούν αλλεπάλληλες εφόδους και υποχωρήσεις έτσι ώστε να παρασύρουν το αντίπαλο βαρύ ιππικό να τους καταδιώξει. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την καταστροφή της συνοχής των αντίπαλων σχηματισμών με φυσική συνέπεια απομονωμένες ομάδες ιπποτών κυριολεκτικά να κομματιάζονται μένοντας αβοήθητες στο έλεος των σκληροτράχηλων άτακτων ιππέων. Μερικούς αιώνες αργότερα τα χιόνια και η ίδια τακτική ακολουθούμενη από Κοζάκους ιππείς θα ενταφίαζαν τα όνειρα του φιλόδοξου αετού της Κορσικής στις ρωσικές στέπες. ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΑΦΟΡΜΕΣ ΤΩΝ ΙΤΑΛΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝΗ πρώτη φάση των ιταλικών πόλεμων ξεκίνησε το 1494, όταν ο Γάλλος βασιλιάς Κάρολος 8ος (Charles VIII) αξίωσε το δικαίωμα διεκδίκησης στο θρόνο του πλούσιου βασιλείου της Νάπολης το οποίο παλιότερα ανήκε σε Ανδεγαυούς πρίγκιπες. Φύση ρομαντική ο Κάρολος, παιδί μιας άλλης εποχής που έμοιαζε πολύ μακρινή πλέον, σχεδίαζε να ηγηθεί μιας γενικευμένης σταυροφορίας κατά των μουσουλμάνων της Ανατολής χρησιμοποιώντας σαν ορμητήρια τα λιμάνια της Ν. Ιταλίας για να απελευθερώσει την Ιερουσαλήμ και την Κωνσταντινούπολη. Σε μια άνευ προηγούμενου θριαμβευτική στρατιωτική εκστρατεία ο νεαρός βασιλιάς κατόρθωσε να κυριεύσει όλους τους αντικειμενικούς στόχους του (Φλωρεντία, Ρώμη) και να εμφυσήσει κύματα φόβου σε όλη την ιταλική ενδοχώρα που με δέος έβλεπε τον γαλλικό στρατό να γκρεμίζει κάστρα όποτε οι νόμιμοι κάτοχοι τους τολμούσαν να του αντιταχθούν, να λεηλατεί τις πλούσιες ιταλικές πόλεις του νότου, να σφάζει άμαχους και να εισβάλλει τελικά στη Νάπολη με τιμές αυτοκράτορα.. Ήταν φανερό πως η μεσαιωνική μέθοδος της άμεσης επίθεσης είχε επικρατήσει έναντι των παραδοσιακών αλλά ξεπερασμένων ιταλικών ελιγμών, υιοθετώντας την αντίληψη του ενός και αποφασιστικού χτυπήματος έναντι του εχθρού. Το 1495 η παρουσία του πανίσχυρου γαλλικού στρατού (περίπου 25.000 άντρες) στις ιταλικές πεδιάδες και η ευκολία με την οποία το γαλλικό πυροβολικό γκρέμιζε τα μέχρι πρότινος απόρθητα ιταλικά φρούρια, θορύβησε τις υπόλοιπες ιταλικές πόλεις του βορρά. Έτσι, ενώ στην πρώτη φάση του πολέμου το Μιλάνο είχε συμμαχήσει με την Γαλλία εναντίον της Νάπολης και η Βενετία είχε τηρήσει ουδέτερη στάση, σύντομα άλλαξαν πολιτική, φοβούμενες την υπέρμετρη δύναμη και το αήττητο των Γάλλων. Όμοια με την Γαλλία βλέψεις για το βασίλειο της Νάπολης είχε και ο ισπανικός Οίκος της Αραγονίας, που υπό τον Φερδινάνδο τον Καθολικό και μετά την οριστική εκδίωξη των Μαυριτανών (reconquista) από την Ανδαλουσία, εμφανιζόταν στην Ευρώπη ως η ανατέλλουσα μεγάλη δύναμη της εποχής. Το ισπανικό βασίλειο είχε ήδη υπό την κατοχή του το βασίλειο της Σικελίας και επιδίωκε να αυξήσει την δύναμη του στην Ιταλία εποφθαλμιώντας και την πλούσια περιοχή της Νάπολης. Όμως οι επίδοξοι μνηστήρες της πλούσιας ιταλικής γης δεν ήταν μόνο οι Ισπανοί και οι Γάλλοι βασιλιάδες αλλά και ο Αυτοκράτορας της Αυστρίας Μαξιμιλιανός ο 1ος ο οποίος επιδίωκε να έχει τα ιταλικά δουκάτα υπό την επικυριαρχία του και δεν έβλεπε θετικά την παρουσία της γαλλικής πολεμικής μηχανής στην Ιταλία. Ως συνέπεια, σύντομα δημιουργήθηκε ένας εντυπωσιακός “ιερός” αντι - γαλλικός Συνασπισμός (League) στον οποίον συμμετείχαν: η Ισπανία υπό τον Φερδινάνδο της Αραγονίας, η γερμανική αυτοκρατορία υπό τον Μαξιμιλιανό τον 1ο (Maximilian I) τα παπικά κράτη υπό τον Πάπα Αλέξανδρο Βοργία, το δουκάτο του Μιλάνου υπό τον Λουδοβίκο Σφόρτσα (Ludovico Sforza), η πλούσια Βενετία, και τέλος η άλλοτε σύμμαχος των Γάλλων, Φλωρεντία που θεώρησε ότι οι Γάλλοι την πρόδωσαν όταν αποφάσισαν να χαρίσουν αυτοδυναμία στην υποτελή της πόλη την Πίζα. Οι ηγεμονίες της Ιταλίας με επικεφαλής την Βενετία, το Μιλάνο και την παπική ηγεσία αποπειράθηκαν να διακόψουν τις εκτεταμένες γραμμές ανεφοδιασμού των Γάλλων και σε συνδυασμό με την ισπανική αντεπίθεση στην Νάπολη επιχείρησαν να αποκόψουν την υποχώρηση του γαλλικού στρατού προς Γαλλία, στην έξοδο των στενών των Απεννίνων στο Φορνόβο (Fornovo) υπό την ηγεσία του μαρκησίου της Μάντουα (Mantua). Δυστυχώς για τα πρότυπα της εποχής, η σημασία της αποκοπής της γραμμής ανεφοδιασμού του εχθρού είτε θαλάσσια με τον έλεγχο του Τυρρηνικού πελάγους, είτε με την κατάλληλη χρήση / εκμετάλλευση των φυσικών εμποδίων (ποτάμια, όρη, δύσβατα εδάφη) δεν είχε ακόμα αποκτήσει τη σημερινή της αξία. Στην επακόλουθη σύγκρουση οι Ιταλοί έχασαν μια μοναδική ευκαιρία να διασύρουν τον στρατό του Καρόλου. Ο νεαρός βασιλιάς αν και σε δυσμενή θέση, καθώς ο μισός στρατός του είχε παραμείνει στην Νάπολη ως φρουρά της πόλης, ενώ οι υπόλοιπες δυνάμεις του δέχτηκαν πλευρική επίθεση, δεν πτοήθηκε. Οδηγώντας τους ιππότες του σε μια λυσσώδη σύγκρουση κατόρθωσε και διέφυγε από τον διπλάσιο σχεδόν συμμαχικό στρατό αποσυρόμενος στην μητέρα Γαλλία. Στην μάχη του Φορνόβο, ο τολμηρός βασιλιάς λίγο έλειψε να πέσει αιχμάλωτος των Ιταλών ιπποτών, ενώ το ελαφρύ ιππικό των Ιταλών αντί να πολεμήσει προτίμησε το πλιάτσικο στις γαλλικές εφοδιοπομπές. Έτσι, στο πεδίο της μάχης, τα λάφυρα ήταν μεν πλούσια για τον πολυάριθμο ιταλικό στρατό, όμως η αλήθεια ήταν πως οι Γάλλοι είχαν διατηρήσει ανέπαφο το μεγαλύτερο μέρος του στρατού τους. Η δεύτερη περίοδος των συγκρούσεων ξεκινάει όταν ο διάδοχος του Κάρολου του 8ου ο Λουδοβίκος ο 12ος (δούκας της Ορλεάνης), το 1498, θα αξιώσει να προσαρτήσει και το δουκάτο του Μιλάνου στο γαλλικό θρόνο. Ο Λουδοβίκος ως εγγονός της Βαλεντίνης Βισκόντι, κόρης του Ιωάννη Γαλέας που ήταν ο μεγάλος δούκας του Μιλάνου, επιτέθηκε εναντίον της ισχυρής πόλης του ιταλικού βορρά. Αυτή τη φορά η τράπουλα του παιχνιδιού ήταν αλλιώτικα μοιρασμένη. Οι Γάλλοι συμμάχησαν με τους Βενετούς που υποσχέθηκαν να υποστηρίξουν τον Λουδοβίκο αν τους παραχωρούσε την πόλη της Κρεμόνα (Cremona). Μια δεύτερη γαλλική εισβολή στο ιταλικό έδαφος ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1499 και κατέληξε στην εκδίωξη του δούκα του Μιλάνου Λουδοβίκου Σφόρτσα από την πλούσια ιταλική πόλη. Ένα χρόνο αργότερα ο Σφόρτσα υποστηριζόμενος από τον μισθοφορικό γερμανικό στρατό επιχείρησε να αναχαιτίσει τους Γάλλους από την Λομβαρδία, όμως οι αρχικές του επιτυχίες σύντομα έσβησαν και ο άτυχος Ιταλός ηγεμόνας αφού συνελήφθη έσβησε ύστερα από οκτώ χρόνια μέσα στις γαλλικές φυλακές. Τον Νοέμβριο του 1500, η Ισπανία και η Γαλλία κατέληξαν στην συνθήκη της Γρενάδας (Granada), βάση της οποίας συμφώνησαν να αναλάβουν από κοινού στρατιωτική δράση και να μοιραστούν το βασίλειο της Νάπολης. Το καλοκαίρι του 1501 ο Λουδοβίκος κατέλαβε την Κάπουα ενώ ο ισπανικός στόλος αποβίβαζε στρατεύματα στην άτυχη Νάπολη. Σύντομα όμως οι σχέσεις των δυο άσπονδων συμμάχων και υπερδυνάμεων της εποχής ψυχράθηκαν με αφορμή την προβλεπόμενη επέκταση των ζωνών επιρροής τους, οπότε οι συγκρούσεις ξεκίνησαν εκ νέου και μάλιστα με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Τον Απρίλιο του 1503 στην μάχη της Τσερινιόλα (Cerignola) και το Δεκέμβριο του ίδιου έτους στο Γκαριλιάνο (Garigliano), οι Ισπανοί με τη χρήση των αρκεβουζίων κατέστησαν παρελθόν το θρυλικό αήττητο των Ελβετών, προκαλώντας ιδιαίτερη εντύπωση στις ευρωπαϊκές αυλές. Μέχρι το 1504 οι Ισπανοί εκμεταλλευόμενοι τα σφάλματα τακτικής των Γάλλων και συνδυάζοντας τις μεθόδους της τακτικής υποχώρησης, της επιλογής κατάλληλων αμυντικών θέσεων και του αποφασιστικού μαζικού και συντριπτικού τελικού χτυπήματος, προσέδωσαν στην πολεμική τακτική της εποχής ένα άλλο πιο μεθυστικό άρωμα από εκείνο των μεσαιωνικών χρόνων. Ο ισπανικός στρατός υπό την χαρισματική ηγεσία του Γκονσάλβο συνδύασε την επίτευξη του τελικού σκοπού με τη σωστή μέριμνα για τις ανάγκες των στρατιωτών, την αναπροσαρμογή της οικονομικής διαχείρισης του στρατεύματος με την συνετή ανίχνευση και μελέτη του θέατρου των πολεμικών επιχειρήσεων. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη όλα λειτουργούν για ένα σκοπό: την εκμηδένιση του αντίπαλου στρατού. Με την κατάληψη της γαλλικής ναυτικής βάσης της Γκέτα (Gaeta) τον Ιανουάριο του 1504, οι Ισπανοί εδραιώθηκαν ως οι αδιαμφισβήτητοι θριαμβευτές στην νότιο Ιταλία, ενώ οι γαλλικές δυνάμεις απλά διατήρησαν σταθερές τις θέσεις τους στον βορρά. Τον Δεκέμβριο του 1508 οι αψιμαχίες αναζωπυρώνονται. Για άλλη μια φορά οι άσπονδες συμμαχικές ισορροπίες έχουν αλλάξει και το νέο ευάλωτο θύμα είναι η Βενετία. Αν και πανίσχυρη ναυτική δύναμη, η Βενετία διατηρούσε εξίσου μια εκτεταμένη ζώνη χερσαίων κτίσεων οι οποίες για τον Γερμανό αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό ήταν ένα υπέροχο έδεσμα. Η αυτοκρατορία συμμαχώντας με την Ισπανία, την Γαλλία και τα παπικά κράτη, υπό τον πάπα Ιούλιο τον 2ο (Julius II), δημιούργησε τον Συνασπισμό του Καμπραί (Cambrai). Η γαλλική νίκη έναντι των Βενετών στην μάχη του Ανιαντέλο (Agnadello) τον Μάιο του 1509, έφερε τις πόλεις Πάδοβα, Βερόνα, και Βιτσέντζα στην κατοχή του Μαξιμιλιανού. Ταυτόχρονα ο παπικός στρατός κατελάμβανε τις πρώην βενετσιάνικες κτίσεις Ραβέννα (Ravenna) και Ρίμινι (Rimini) ενώ στον νότιο τομέα οι Ισπανοί συμπλήρωναν την λεηλασία προσαρτώντας το Πρίντεζι και το Οτράντο (Otranto). Μένοντας στο πνεύμα της εποχής οι Βενετοί δεν πτοήθηκαν από τις ήττες τους και πολύ σύντομα ανέτρεψαν το εις βάρος τους σκηνικό εκμεταλλευόμενοι τον φόβο του Πάπα και των Ιταλών για την γερμανική παρουσία στην ιταλική χερσόνησο, καθώς και την παλιά επιθυμία των παπικού κράτους να εκδιώξει οριστικά τη γαλλική απειλή από τη Λομβαρδία. Τον Ιούλιο του 1509, οι Βενετοί ανακαταλαμβάνουν την Πάδοβα και επιτυγχάνουν πολύ σύντομα να δημιουργήσουν ένα νέο αντι - γαλλικό συνασπισμό επωφελούμενοι της καταστροφής του παπικού στρατού από τους Γάλλους στην Μπολώνια. Στους παλιούς εχθρούς της Γαλλίας έρχεται να προστεθεί και η αιώνια "Νέμεσή" τους οι Άγγλοι, που εκμεταλλευόμενοι τη διεθνή συγκυρία κατά της Γαλλίας αποβιβάστηκαν στην Γασκονία με τις ευλογίες του Μαξιμιλιανού και του Φερδινάνδου της Ισπανίας, χωρίς όμως να θυμίζουν τον παλιό καλό εαυτό τους δεν κατάφεραν σπουδαία πράγματα στην βόρεια Γαλλία εκτός από το να κερδίσουν σε τοπικής εμβέλειας συρράξεις. Η απάντηση της Γαλλίας απέναντι στον εχθρικό Συνασπισμό βρέθηκε στο πρόσωπο του λαμπρού στρατιωτικού Γκαστόν ντε Φούα. Σε ηλικία είκοσι δύο ετών ο ντε Φούα χάραξε μια σύντομη αλλά αξεπέραστη σταδιοδρομία τριών μηνών μέχρι που πέθανε ηρωικά στην μάχη της Ραβέννας δεχόμενος δεκαοκτώ μετωπικά τραύματα. Ο Γάλλος στρατηγός στην περιπετειώδη πορεία του κατέπληξε τους αντιπάλους του με την ταχύτητα που κινούσε τα στρατεύματα του και τις τολμηρές επιθέσεις που επιχειρούσε. Οδηγούμενος από το ίδιο πολεμικό άστρο που λίγους αιώνες αργότερα θα χάριζε την εύνοια του στον αξεπέραστο Βοναπάρτη, στο ίδιο θέατρo μαχών την Ιταλία, ο ντε Φούα μέσα σε δεκατέσσερις χειμωνιάτικες μέρες Φεβρουαρίου, διάνυσε περίπου διακόσια χιλιόμετρα και νίκησε στη Μπολόνια τον παπικό στρατό, στη Μάντουα τους Ενετούς και τέσσερις μέρες αργότερα καταλάμβανε θριαμβευτικά τη Βρέσκια (Brescia). Μετά τον θάνατο τού ντε Φούα η δυσμενής θέση της Γαλλίας έναντι των εχθρικών επιδρομών ξεπεράστηκε με την παροχή οικονομικών αποζημιώσεων αφού όμως πρώτα είχε χάσει το Μιλάνο από τους Ελβετούς το 1513. Στα 1515, στην Γαλλία κυβερνούσε ο Φραγκίσκος ο 1ος (Francis I) ο επονομαζόμενος "βασιλιάς ιππότης". Αμέσως μετά την στέψη του ο Φραγκίσκος ξεκίνησε δυναμικά να ανακαταλάβει το Μιλάνο και να εδραιώσει δια παντός την γαλλική παρουσία στη βόρεια Ιταλία. Εξασφαλίζοντας τη συμμαχία των Βενετών ο Φραγκίσκος με έναν έξοχο ελιγμό παράκαμψε τις κλασσικές οδούς διέλευσης των Άλπεων και επιτέθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον των Ελβετών που τις φρουρούσαν. Τον Αύγουστο του 1515 σε απόσταση περίπου δεκαπέντε χιλιόμετρων από το Μιλάνο σε μια τιτάνια μάχη που διάρκεσε δυο συνεχόμενες μέρες ο γαλλικός στρατός με συνδυασμό επιθέσεων ιππικού και πυροβολικού έκαμψε την αντίσταση των Ελβετών που δε διέθεταν αντίστοιχα σώματα και τους κατατρόπωσε στην περίφημη μάχη του Μαρινιάνο (Μarigniano). Το αποτέλεσμα αυτής της μάχης άφηνε τον Φραγκίσκο κυρίαρχο του δουκάτου του Μιλάνου, με τη σύμφωνη γνώμη του Ισπανού βασιλέα και του Γερμανού αυτοκράτορα που κατέληξε στη συνθήκη της Νουαγιόν (Noyon). Σε αντάλλαγμα ο Φραγκίσκος παραχωρούσε το βασίλειο της Νάπολης στην Ισπανία. Αντίστοιχα οι Ελβετοί με την λεγόμενη “Διηνεκή” ειρήνη που τηρήθηκε ευλαβικά μέχρι το 1789, αναλάμβαναν να μην χορηγήσουν ποτέ ξανά στρατεύματα στους εχθρούς του Γάλλου βασιλιά, ενώ του παρείχαν την δυνατότητα να στρατολογεί όσους άντρες ήθελε από τα καντόνια τους, έναντι ενός ετησίου ποσού. Μεταξύ 1517-1519, ο αρχιδούκας Κάρολος της Αυστρίας μέσα από μια σειρά γάμων και διαδοχών εδαφών από τους προγόνους του, κληρονόμησε τα εδάφη του δουκάτου της Βουργουνδίας, τις Κάτω χώρες, τη Φλάνδρα, καθώς και το θρόνο του ενωμένου ισπανικού βασίλειου. Την ίδια περίοδο (1519), έλαβε το αυτοκρατορικό στέμμα της Γερμανίας διαδεχόμενος τον αποβιώσαντα Μαξιμιλιανό και χρίστηκε ως Κάρολος ο 5ος (Charles V) επικρατώντας του αντιπάλου του Φραγκίσκου στην προτίμηση των Γερμανών εκλεκτόρων. Για την Γαλλία ο κίνδυνος ήταν πλέον ολοφάνερος. Η δυναστεία των Αψβούργων επεκτεινόταν νοσταλγώντας την άλλοτε πανίσχυρη Καρλομάγνιο αυτοκρατορία, περικυκλώνοντας σταδιακά τα γαλλικά σύνορα και ανοίγοντας συνεχώς νέα πολεμικά μέτωπα στην περιφέρεια των Γάλλων. Ο Φραγκίσκος έδινε πλέον μια μάχη επιβίωσης σε μία παρτίδα όπου όλες οι πιθανές βαριάντες ήταν εις βάρος του. Το 1520 οι μάχες ξεκίνησαν πάλι. Μετά από διαδοχικές εναλλαγές της κατοχής του Μιλάνου από γαλλικές και αυτοκρατορικές δυνάμεις και μια αποτυχημένη προσπάθεια των αυτοκρατορικών δυνάμεων να καταλάβουν τη Μασσαλία, ο Φραγκίσκος πέρασε στην αντεπίθεση και εισβάλλοντας στην Λομβαρδία πέτυχε να ανακαταλάβει το ταλαιπωρημένο Μιλάνο του οποίου, τα κατεστραμμένα τείχη, οι αρρώστιες που αποδεκάτιζαν τους κατοίκους και οι ελάχιστες προμήθειες που διέθετε, σε τίποτα δε θύμιζαν το παλιό του κάλος. Με μια βιαστική και άστοχη απόφαση που επηρεάσθηκε από τους γενναίους αλλά αδέξιους προς την τέχνη του πόλεμου επιτελάρχες του, ο Γάλλος ηγεμόνας αποφάσισε να πολιορκήσει την πόλη της Παβίας νοτίως του Μιλάνου για να ισχυροποιήσει την κατοχή του πρώτου, αντί να καταδιώξει τον αυτοκρατορικό στρατό που υποχωρούσε άτακτα προς το Λόντι (Lodi). Η σθεναρή άμυνα των πολιορκημένων έδωσε την ευκαιρία στον αυτοκρατορικό στρατό να ανασυνταχθεί και σύντομα ο Φραγκίσκος βρέθηκε αντιμέτωπος και με τα ισπανικά στρατεύματα που έσπευσαν να ενισχύσουν την άμυνα της πόλης. Η συγκεκριμένη μάχη εκτός του ότι ουσιαστικά σφράγισε το τέλος των ιταλικών πολέμων, θεωρήθηκε η πρώτη μάχη της σύγχρονης εποχής. Το γαλλικό βαρύ ιππικό αν και θριάμβευσε του αντίπαλου ισπανικού ιππικού δεν μπόρεσε να αναστρέψει την πορεία της συγκεκριμένης μάχης. Οι Ελβετοί σαρισσοφόροι που παλιοτέρα πολέμησαν γενναία στο πλευρό των Γάλλων, δεν παρουσίασαν τη γνωστή μαχητικότητά τους καθώς η επιθετική ορμή τους είχε μετριαστεί μετά την άτυχη για αυτούς μάχη της Μπίκοκα (Bicocca) το 1522, όπου το πυροβολικό των Ισπανών και οι οχυρωμένες θέσεις τους, είχαν εκμηδενίσει απροκάλυπτα τις υπεροπτικές ελβετικές φάλαγγες. Στην μάχη της Παβίας οι Ισπανοί παρέταξαν τον στρατό τους με αρκεβουζιοφόρους στα πλευρά τους και σχηματισμούς βαρέως ιππικού και Γερμανο - Ισπανούς σαρισσοφόρους στο κέντρο της παράταξής τους. Οι διαδοχικές επιθέσεις του Φραγκίσκου με το ιππικό του στο κέντρο της ισπανικής παράταξης όχι μόνο απέτυχαν όπως άλλοτε στο Κρεσύ εναντίον των άγγλων τοξοτών, αλλά παράλληλα, μασκάρησαν το γαλλικό πυροβολικό που προκαλούσε βαρύτατες απώλειες στις αυτοκρατορικές φάλαγγες. Η επερχόμενη προσπάθεια των Ελβετών να διασπάσουν το ισπανικό πλευρό αποδείχθηκε μάταια καθώς τα αρκεβούζια θέριζαν με σταθερό ρυθμό την ελβετική φάλαγγα Η τελευταία φάση της μάχης σημαδεύτηκε από μια συγκλονιστική αναμέτρηση μεταξύ των υπό γαλλική σημαία 4000 Landschnechts, της λεγόμενης μαύρης μπάντας (Black Band) υπό τις διαταγές του Γκεόργκ Λανγκενμάντελ με τους αντιστοίχους Ισπανούς Landschnechts. Οι τελευταίοι οδηγούμενοι από τον περίφημο “πατέρα” τους, τον Γκεόργκ φον Φρούντσμπεργκ, και υποβοηθούμενοι από τα πυρά του ελαφρού τους πεζικού και την πλευροκόπηση των γαλλικών σχηματισμών από μια “φρέσκια” φάλαγγα σαρισσοφόρων, υπερφαλάγγισαν τους αντιπάλους τους προξενώντας σύγχυση και πανικό τις γαλλικές γραμμές. Η τύχη του Φραγκίσκου ήταν ανάλογη του προγόνου του, Ιωάννη του Αγαθού μετά την μάχη του Πουατιέ. Περικυκλωμένος με το ιππικό του από αντίπαλες δυνάμεις παραδόθηκε τραυματισμένος και κλείστηκε σε φυλακή της Μαδρίτης. Η ταπείνωση του Φραγκίσκου συνεχίστηκε για έξι μήνες ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων στις ευρωπαϊκές αυλές. Ο περήφανος άντρας δέχτηκε τελικά να υπογράψει την συνθήκη της Μαδρίτης το 1526, παραιτούμενος των αξιώσεών του από το βασίλειο της Νάπολης, από το δουκάτο του Μιλάνου, τη Φλάνδρα και τη Βουργουνδία. Ο ταπεινωμένος πολεμιστής απελευθερώθηκε αφήνοντας όμως τους δυο γιους του όμηρους ως εγγύηση στα χέρια του άκαρδου Γερμανού ηγεμόνα. Οι βαριοί όροι που επέβαλλε ο Κάρολος στον Φραγκίσκο δεν ήταν προφανώς εύκολο να γίνουν δεκτοί. Ο πόλεμος συνεχίστηκε για άλλα τέσσερα χρόνια, και έτσι το 1527 οι Γάλλοι με ανανεωμένο στρατό υπό την ηγεσία του Λοτρέκ (Lautrec) και τις ευλογίες του Πάπα, πολιόρκησαν εκ νέου την Παβία και αυτή τη φορά κατάφεραν να την κυριέψουν εξιλεώνοντας το παρελθόν. Όμως η επιτυχία τους δεν κράτησε για πολύ καθώς ο αυτοκρατορικός στρατός εισέβαλλε στην Ιταλία και πάταξε δυναμικά την αντίσταση των ξεσηκωμένων ιταλικών πόλεων που είχαν αναθαρρήσει με τις γαλλικές επιτυχίες. Ο γερμανικός στρατός οδηγούμενος από τον εξόριστο δούκα Κάρολο τον Βουρβώνο (πρώην αρχιστράτηγος της Γαλλίας, στενός συγγενής του Γάλλου βασιλιά και θανάσιμος εχθρός του) έφτασε μέχρι την Ρώμη η οποία και λεηλατήθηκε από τους στρατιώτες του. Ο πόλεμος πλέον είχε εξαντλήσει και τις δυο παρατάξεις. Το 1529 με τη συνθήκη του Καμπραί ο Φραγκίσκος παραιτήθηκε των αξιώσεών του από την Ιταλία παραχωρώντας οικονομική αποζημίωση ενώ ο Κάρολος παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του από τη Βουργουνδία και επέστρεψε τους γιους του Φραγκίσκου στον πατέρα τους. Η νέα φάση του πόλεμου Γαλλίας - Γερμανίας θα διαρκούσε μέχρι το 1559 λαμβάνοντας πανευρωπαϊκή εμβέλεια καθώς στις νέες συγκρούσεις συμμετείχαν επίσης ο αγγλικός Οίκος, οι Γερμανοί προτεστάντες πρίγκιπες, τα ιταλικά κράτη, ο βασιλιάς της Σουηδίας και τέλος οι Τούρκοι σουλτάνοι, που συμμαχώντας με τους Γάλλους βασιλιάδες εναντίον της Βιέννης, κατέρριψαν τους μύθους περί αντιπαλότητας των χριστιανικών βασιλείων με το Ισλάμ. Στο βωμό της τελικής επικράτησης, κάθε συμμαχία θα γινόταν ευπρόσδεκτη και απαραίτητη, αρκεί οι συμμετέχοντες να βρίσκονταν στην πλευρά των νικητών. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της νέας εποχής είναι οι εύκολες συμμαχίες, η αέναη δημιουργία νέων συνασπισμών και η καταπάτηση συμφωνιών. Αν και οι διενέξεις στην Ευρώπη στις αρχές του 16ου αιώνα, οφείλονταν σε αίτια και αντιπαλότητες τοπικές φεουδαρχικού τύπου, γινόταν φανερό πλέον, πως το νέο δεδομένο στις Ευρωπαϊκές συγκρούσεις θα ήταν η αναζήτηση οικονομικής, πολιτικής, και στρατιωτικής, καθολικής επιρροής και δύναμης. Τα νέα στρατιωτικά δόγματα έπρεπε απλά να προσαρμοσθούν στις συνθήκες της εποχής ξεπερνώντας τη νοσταλγία μιας άλλης περιόδου όπου μεσουρανούσε το ιδεώδες της ιπποτικής συμπεριφοράς απέναντι στον ηττημένο αντίπαλο. Στην διάρκεια των Ιταλικών πολέμων και μεταγενέστερα ο νικητής θα τα κέρδιζε όλα ενώ ο ηττημένος στην καλύτερη των περιπτώσεων γινόταν δέσμιος μακροχρόνιας αιχμαλωσίας. Έκτωρ Χαρατσής Επαφή: ehector84@hotmail.com ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Hans Delbruck: MEDIEVAL WARFARE, Bison Books, 1982 Nicholas Hooper and Matthew Benett: WARFARE IN THE MIDDLE AGES, Cambridge University Press, 1996. Michael Howard: Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, Εκδόσεις “Ποιότητα”, 2000 Richard Humble: WARFARE IN THE MIDDLE AGES, Magna Books, 1989 Archer Jones: THE ART OF WAR IN THE WESTERN WORLD, Oxford University Press, 1987 John Keegan: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, Εκδόσεις “Νέα Σύνορα”-Α. Α. Λιβάνη, 1997. H.W.Koch: HISTORY OF WARFARE, Greenwich Editions, 1998 Angus Konstam: CAMPAIGN SERIES PAVIA 1525, Osprey Military Series, 1998. Douglas Miller & G., A., Embleton: THE SWISS AT WAR 1300-1500, Osprey Military Series, 1998. David Nicolle: CAMPAIGN SERIES FORNOVO 1495, Osprey Military Series, 1999. F.L.Taylor: THE ART OF WAR IN ITALY 1494-1529, Greenhill Books, 1993 Terence Wise & Gerald Embleton: MEDIEVAL EYROPEAN ARMIES, Osprey Military Series, 1998. Βιβλιοθήκη Ελληνικού Μέλλοντος: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ, Τυπογραφείο Αδελφών Γεράρδου, 1934. { Επιστροφή
στην αρχή της σελίδας } |